Οι περιπέτειες του Οδυσσέα - Mind Map

Οι περιπέτειες του Οδυσσέα

Το νησί της μάγισσας Κίρκης

r

Η Κίρκη πρόσφερε στους συντρόφους του Οδυσσέα ένα µαγικό ποτό και στη συνέχεια τους χτύπησε µε το µαγικό ραβδί της και τους έκανε γουρούνια. Μόνο ένας γλίτωσε κι έτρεξε πίσω να το πει στον Οδυσσέα. Εκείνος άρπαξε το σπαθί του κι έτρεξε στο παλάτι. Η Κίρκη του πρόσφερε ποτό µα, όταν σήκωσε το ραβδί της να τον χτυπήσει, εκείνος άρπαξε το κοφτερό σπαθί του και την ανάγκασε να ξανακάνει τους συντρόφους του ανθρώπους.

Το νησί των Σειρήνων

r

Οι Σειρήνες µάγευαν τους ναυτικούς µε το γλυκό τραγούδι τους κι όταν αυτοί πλησίαζαν, τους έτρωγαν. Ο Οδυσσέας, όπως τον είχε συµβουλέψει η Κίρκη, βούλωσε µε κερί των συντρόφων του τ’ αυτιά, για να µην ακούσουν τίποτε, και τους διέταξε τον ίδιο να τον δέσουνε σφιχτά στο κατάρτι του καραβιού του. Πλησιάζοντας τις Σειρήνες µαγεύτηκε απ’ το γλυκό τραγούδι τους και παρακαλούσε τους συντρόφους του να τον λύσουν. Μα εκείνοι τον έδεναν σφιχτότερα, ώσπου αποµακρύνθηκαν και δεν ακουγόταν πια το τραγούδι των Σειρήνων.

Σκύλλα και Χάρυβδη

r

Η Χάρυβδη ρουφούσε το νερό της θάλασσας κι έπνιγε τα καράβια. Δεν την πλησίασαν και γλίτωσαν. Από το άλλο µέρος όµως η Σκύλλα, κουλουριασµένη στη σπηλιά της, τέντωσε τα έξι φοβερά κεφάλια της, άρπαξε έξι συντρόφους και τους έφαγε. Πέρασαν κλαίγοντας από το φοβερό στενό και βρέθηκαν στην ανοιχτή θάλασσα. 

Το νησί του Θεού Ήλιου

r

Στο νησί του θεού Ήλιου έβοσκαν τα παχιά βόδια του θεού. Θυµήθηκε ο Οδυσσέας του Τειρεσία τα λόγια και παρακαλούσε τους συντρόφους του να φύγουν µακριά απ’ το νησί αυτό. Μα εκείνοι ήταν πολύ κουρασµένοι και δε δέχονταν. Όταν τους τέλειωσαν τα τρόφιµα, έµειναν µερικές µέρες νηστικοί. Μια µέρα όµως, που ο Οδυσσέας κοιµόταν, έσφαξαν µερικά βόδια και τα έψησαν. Όταν ξύπνησε ο Οδυσσέας τρόµαξε, µα ήταν αργά. Φεύγοντας απ’ το νησί του Ήλιου ο Δίας τους έστειλε άγρια καταιγίδα και κύµατα θεόρατα. Ένα αστροπελέκι χτύπησε το καράβι και το διέλυσε. Πνίγηκαν όλοι. Μόνο ο Οδυσσέας γλίτωσε.

Το νησί της Καλυψώς

r

Τα κύµατα έβγαλαν τον Οδυσσέα στο νησί της νύµφης Καλυψώς. Η Καλυψώ τον πήρε στη σπηλιά της και τον φρόντισε. Όταν συνήλθε όµως, δεν τον άφηνε να φύγει. Επτά ολόκληρα χρόνια τον κράτησε στο νησί της. Ώσπου τον λυπήθηκε η θεά Αθηνά και παρακάλεσε τον πατέρα της το ∆ία, να τον βοηθήσει. Εκείνος, έστειλε τον Ερµή στην Καλυψώ και τη διέταξε ν’ αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει.

Χώρα των Κικόνων

r

Άγριοι άνεμοι έσπρωξαν τα καράβια τους στη χώρα των Κικόνων, όπου εκεί ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του άρπαξαν ζώα και γλυκό κρασί και κάθισαν στην αµµουδιά να φάνε. Τότε όµως, τους επιτέθηκαν όλοι οι Κίκονες µαζί κι έγινε άγρια µάχη. Πολλοί πολεµιστές σκοτώθηκαν κι οι άλλοι µπήκανε στα καράβια γρήγορα κι έφυγαν µέσα σε άγρια καταιγίδα.

Χώρα των Λωτοφάγων

r

Όταν έφτασαν στη χώρα των Λωτοφάγων, ο Οδυσσέας έστειλε τρεις απ’ τους συντρόφους του να δουν τι άνθρωποι ζούσαν σ’ αυτή τη χώρα. Οι σύντροφοί του πήγαν κι όταν συνάντησαν τους Λωτοφάγους, εκείνοι τους έδωσαν να φάνε λωτούς, που ήταν φρούτα µαγεµένα. Αµέσως ξέχασαν πατρίδα και συντρόφους και δεν ήθελαν να φύγουν από εκεί. Ανήσυχος ο Οδυσσέας πήγε να τους βρει. Τους πήρε µε το ζόρι κι αµέσως διέταξε τα καράβια να σαλπάρουν.

Νησί των Κυκλώπων

r

Ο Κύκλωπας Πολύφηµος, ήταν γιος του Ποσειδώνα. Έκλεισε την πόρτα της σπηλιάς, που βρίσκονταν ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, µ’ ένα τεράστιο βράχο κι άναψε δυνατή φωτιά.Τότε είδε τους ξένους και τους ρώτησε άγρια. «Ποιοι είστε εσείς»; «Ξένοι ναυαγοί, γυρίζουµε απ’ την Τροία», του είπε ο Οδυσσέας. Αµέσως ο Πολύφηµος άρπαξε δυο συντρόφους και τους έφαγε. Μετά έπεσε για ύπνο. Το πρωί έφαγε άλλους δύο, άνοιξε την πόρτα της σπηλιάς, έβγαλε το κοπάδι, την ξανάκλεισε κι έφυγε. Τότε ο Οδυσσέας, πήρε ένα µακρύ κλαδί, το έξυσε στην άκρη, ώστε να είναι µυτερό, και το έκρυψε στις στάχτες.Το βράδυ γύρισε ο Πολύφηµος κι έφαγε κι άλλους δυο από τους συντρόφους. Τον πλησίασε τότε ο Οδυσσέας κρατώντας ένα ασκί µε γλυκό κρασί και του πρόσφερε να πιει. Εκείνος ήπιε, του άρεσε και ζήτησε κι άλλο. «Ποιο είναι το όνοµά σου;» ρώτησε τον Οδυσσέα τότε. «Κανένα µε φωνάζουν», απάντησε εκείνος. «Εσένα, Κανένα, θα σε φάω τελευταίο», ξανάπε ο Κύκλωπας και συνέχισε να πίνει, ώσπου τελείωσε όλο το κρασί και µεθυσµένος αποκοιµήθηκε.Σηκώθηκε τότε ο Οδυσσέας, άρπαξε το µυτερό κλαδί και, µε τη βοήθεια των συντρόφων του, το κάρφωσε στο µάτι του Πολύφηµου. Εκείνος πετάχτηκε ουρλιάζοντας και φώναζε βοήθεια. Οι άλλοι Κύκλωπες έτρεξαν έξω απ’ τη σπηλιά «Τι έπαθες, Πολύφηµε», ρωτούσαν. «Με τύφλωσε ο Κανένας». «Αφού κανένας δε σε τύφλωσε, τι φωνάζεις» του απάντησαν κι κι έφυγαν θυµωµένοι.Τα ξηµερώµατα ο Κύκλωπας άνοιξε την πόρτα της σπηλιάς και κάθισε εκεί µε απλωµένα χέρια για να τους πιάσει. Όµως ο Οδυσσέας έδεσε τους συντρόφους του κάτω από την κοιλιά των πιο µεγάλων κριαριών κι ο ίδιος κρεµάστηκε απ’ τα µαλλιά του πιο µεγάλου ζώου. Ο Κύκλωπας χάιδευε στη ράχη τα κριάρια, καθώς έβγαιναν, και δεν κατάλαβε πως από κάτω ήταν οι άνθρωποι.Όταν βγήκαν όλοι απ’ τη σπηλιά, έτρεξαν στο καράβι και ξεκίνησαν.

Γη των Λαιστρυγόνων

r

Οι Λαιστρυγόνες έτρεξαν στο λιµάνι όπου ήταν τα πλοία ουρλιάζοντας. Ήταν άγριοι και ψηλοί σα γίγαντες κι άρπαζαν βράχια και τα έριχναν στα πλοία. Τα έσπασαν όλα και τα βύθισαν κι έφαγαν όλους τους ανθρώπους που ήταν µέσα. Μόνο του Οδυσσέα το καράβι γλίτωσε. Κι ο ίδιος και οι σύντροφοί του έφυγαν γρήγορα από τη γη των άγριων Λαιστρυγόνων.

Haga clic aquí para centrar el diagrama.